Με τον Μάριο Τόκα είχαμε συναντηθεί και άλλοτε, φανατικός ακροατής ο ίδιος του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η συζήτηση που ακολουθεί έγινε τις παραμονές του Σαββάτου του Ακαθίστου, μέσα Μάρτη του 2006. Ανήμερα το Πάσχα του 2008, στις 27 Απριλίου, ο Μάριος Τόκας έφυγε από αυτό τον κόσμο, μέσα στην πασχαλινή ευωδία, την οποία πάντα μύριζε στο έργο του «Θεογεννήτωρ Μαρία», όπως μας είπε.
Γεννημένος το 1954 στη Λεμεσσό της Κύπρου, ήταν φαντάρος όταν έγινε η τουρκική εισβολή. Από το 1975 ζούσε στην Αθήνα, όπου, εκτός από το Ωδείο, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Έγραψε μερικά από τα πιο δημοφιλή λαϊκά τραγούδια της δεκαετίας του ΄80 και του ΄90, για τραγουδιστές όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Γιάννης Πάριος, η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Κατερίνα Κούκα, ο Διονύσης Θεοδόσης και, βέβαια, ο Μανώλης Μητσιάς, ερμηνευτής του έργου που ο συνθέτης θεωρούσε το μεγαλύτερό του, το «Θεογενήτωρ Μαρία», σε στίχους του μοναχού Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη.
Δεν χρειάζονται περισσότερα ως εισαγωγή, καθώς ο συνθέτης και τα τραγούδια του είναι πασίγνωστα. Θέλω μόνο να ανάψω ένα κερί στη μνήμη ενός γλυκύτατου και πάνυ γενναιόδωρου ανθρώπου, που ο Θεός τον προίκισε με σπάνια στις μέρες μας ειλικρίνεια. Πιστέψτε με, η συζήτηση θα σας ξαφνιάσει, όπως είχε ξαφνιάσει κι εμένα, παρόλο που γνώριζα τον άνδρα.

Κύριε Τόκα, πως ασχοληθήκατε με το τραγούδι;

Έγραψα τα πρώτα μου τραγούδια σε ηλικία 16 χρόνων. Θα σας πω και μια μικρή ιστορία. Το ΄66, όταν εγώ ήμουν 12 χρόνων περίπου, είχε έρθει στην Κύπρο ο Μίκης Θεοδωράκης και στην πόλη μου έκανε μια συναυλία, στην οποία ήμουνα. Μια συναυλία με τη Φαραντούρη, τον Μητροπάνο τότε και τον Πουλόπουλο και την Ελένη Ροδά… Έπαιξε το «Μαουτχάουζεν», έπαιξε την «Ρωμιοσύνη» και κάποια απ΄τα λαϊκά του κομμάτια. Συγκλονίστηκα τόσο πολύ, στα δώδεκά μου χρόνια, που, μην το θεωρήσετε υπερβολή, αυτή η συναυλία και αυτοί οι ήχοι του Μίκη μ΄έσπρωξαν κι εμένα να γράψω τραγούδια.

Στο σπίτι υπήρχαν τα ακούσματα από τη μουσική της Κύπρου σε γλέντια, στα πανηγύρια;

Η δικιά μου η γενιά είμαστε η τελευταία γενιά που είχε κάποια ακούσματα, κύρια από γάμους, της δημοτικής μουσικής της Κύπρου. Το δυστύχημα – και είναι μια αλήθεια που εγώ τολμώ και τη λέω και θα τη λέω πάντα, γιατί οι αλήθειες πρέπει πάντα να λέγονται, να μην κρύβονται – είναι ότι ο μέσος Κύπριος, ιδιαίτερα οι γενιές μετά τη δικιά μου γενιά και η νεολαία μας σήμερα, εχτός απ΄αυτούς που ασχολούνται με κάποια χορευτικά συγκροτήματα κλπ., δεν είναι δεμένος με τη μουσική παράδοση της Κύπρου. Και σε κάποιες φάσεις ο κόσμος υποτίμησε αυτή τη μουσική ή τη σνομπάρισε. Μια εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι τα πολλά χρόνια της Αγγλοκρατίας, στα οποία πιστεύω ότι φρόντισαν να απομακρύνουν τον Κύπριο, τον μέσο Κύπριο, από τις ρίζες του.

Στην εκκλησιαστική μουσική υπήρχανε στην Κύπρο, όταν μεγαλώνατε, ψάλτες καλοί;

Σαφώς. Και μάλιστα υπάρχει, πέθανε τελευταία, ένας σπουδαίος ψάλτης, που έχει γράψει και έχει διασώσει πολλά δημοτικά τραγούδια της Κύπρου, ο Καλλίνικος. Υπάρχει παράδοση ψαλτικής στην Κύπρο και είναι ένας παράγων που επηρέασε και τη δική μου τη μουσική.
Εμένα οι ρίζες μου βυθίζονται και σε μια οικογένεια καλογερική. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου, οι γονείς δηλαδή του πατέρα μου, χειροτονήθηκαν μοναχοί. Οι τάφοι τους είναι, της γιαγιάς στο μοναστήρι το γυναικείο του Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου και του παππού στο Σταυροβούνι, το αντρικό μοναστήρι. Επίσης, η γιαγιά κι ο παππούς του πατέρα μου ήταν καλόγεροι και όλες οι αδελφές της γιαγιάς μου, οι οποίες είχαν πάει από 16, 17 χρόνων και ήταν απ΄τα ιδρυτικά μέλη του Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου.

Στη δισκογραφία πώς μπήκατε;

Κυνήγησα πάρα πολύ τις δισκογραφικές εταιρείες, δεν γινόταν τίποτα, μέχρι που, προς το τέλος του ΄79 έγινε ο πρώτος μου δίσκος, Τα τραγούδια της Παρέας, με τον Μανώλη Μητσιά. Είχα πάει στον παραγωγό της Κολούμπια, τον κύριο Κιάμο, τον Νίκο Κιάμο, του΄παιξα τα πρώτα ουσιαστικά λαϊκά μου τραγούδια, του άρεσαν, φώναξε τον Μανώλη, κι εκεί «μπήκε το νερό στ΄αυλάκι».

Συνεργαστήκατε με πολύ μεγάλες φωνές του λαϊκού τραγουδιού.

Ναι, αυτό ήτανε ευλογία για μένα, το ότι τα τραγούδια μου τα τραγουδήσανε οι μεγαλύτερες φωνές που υπάρχουν μέσα στο ελληνικό τραγούδι.

Εκτός απ΄τα τραγούδια έχετε και πιο σύνθετα έργα. Αυτά πως σχετίζονται με τα τραγούδια;

Θ΄αναφέρω την Αμμόχωστο Βασιλεύουσα, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη…

…που είναι ένα ποίημα συνθετικό.

… συνθετικό ποίημα, από το οποίο μελοποίησα αποσπάσματα και το οποίο παίζεται με συμφωνική ορχήστρα, παρόλο που μπορείς να το παίξεις και με λαϊκή ορχήστρα.
Θ΄αναφέρω το Θεογεννήτωρ Μαρία, σε κείμενα του αγιορείτη μοναχού, του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη. Αλλά έτσι όπως εγώ νιώθω κι έτσι όπως έγραψα αυτά τα έργα, πάλι τραγούδια είναι. Στην ουσία τα θεωρώ τραγούδια. Έστω κι αν είναι ύμνοι στην Παναγία. Υπάρχει η τραγουδιστική διάθεση και θα τολμήσω να πω ότι υπάρχει κι αυτό που λέμε κουπλέ – ρεφρέν.

Το Θεογεννήτωρ Μαρία ήταν πράγματι ένα ξάφνιασμα.

Για το Θεογεννήτωρ Μαρία θέλω να πω πως το θεωρώ την κορυφαία στιγμή της πορείας μου μέσα στο ελληνικό τραγούδι. Κύρια το παίζω τη μεγάλη βδομάδα ή τις μέρες κοντά στο Πάσχα. Δεν ξέρω γιατί μου μύριζε και μου μυρίζει πάντα Πάσχα αυτό το έργο. Και μια από τις κορυφαίες στιγμές της πορείας μου και της καριέρας μου ήταν όταν το έπαιξα, τότε ήταν παραμονές Χριστουγέννων, πριν τέσσερα χρόνια, στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου, στη Βιέννη, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μπρατισλάβας και τη χορωδία, με τον Μανώλη Μητσιά και τον Κώστα Χατζηχριστοδούλου, που είναι οι δύο σολίστ του έργου αυτού.

Τον μακαριστό μοναχό, τον Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, τον γνωρίζατε;

Όχι. Ο μοναχός εκοιμήθη το ΄92. Εγώ πήγα στη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννας, όπου έζησε, μερικά χρόνια μετά. Πήγα γιατί εκεί είναι ο τάφος κάποιου παλιού συνεργάτη μου τραγουδιστή, του Διονύση Θεοδόση, ο οποίος χειροτονήθηκε μοναχός, πριν το θάνατό του. Κι εκεί γνώρισα την ύπαρξη των χειρογράφων του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη, όταν οι μοναχοί της Σκήτης μας οδήγησαν στο κελί του, όπου ήταν τα χειρόγραφά του, κι αυτή ήταν η αφορμή και η αιτία να γράψω αυτό το έργο.

Τι ήταν το ιδιαίτερο που είδατε σ΄αυτά τα κείμενα;

Είδα μιαν απλότητα, εγώ επέλεξα κάποια Θεοτοκία, μιάν απλότητα, μια λιτότητα και μια ποιητική διάθεση και καθαρότητα ψυχής, μέσα απ΄αυτά τα κείμενα. Μετά ήταν, ενδεχομένως, και το άρωμα της Σκήτης. Όλα αυτά επηρεάζουν, η βόλτα γύρω από τη Σκήτη, τα σπήλαια, που ζούσαν οι παλιοί μοναχοί, το εκκλησάκι που είναι μέσα στη Σκήτη, το λιβάνι τους, όλα αυτά.
Η δημιουργία είναι ανεξήγητη υπόθεση, δεν μπαίνει σε όρους και δεν έχει όρια. Γι΄αυτό είναι όλα μαζί, όλα μαζί που μπορούν να σε κάνουν να δημιουργήσεις. Κάθε φορά που παίζω το «Θεογεννήτωρ Μαρία» – και τώρα είμαι έτοιμος να κάνω δύο συναυλίες στη Λευκωσία και στη Λάρνακα της Κύπρου, τη βδομάδα του Λαζάρου – κάθε φορά που κάθομαι να το μελετήσω ξανά, ψάχνω κι εγώ πραγματικά, πως αυτές οι εναλλαγές της μελωδίας και οι συγχορδίες, πως μου ήρθαν, δεν μπορώ να το πιστέψω. Ήταν απ΄τις λίγες φορές στην πορεία μου στο τραγούδι και στην δημιουργία μου, που δεν προλάβαινα να καταγράψω στο πεντάγραμμο τη μελωδία που ερχότανε, κι ερχότανε η επόμενη. Και αναγκάστηκα, για να μη χάνω την επόμενη, να βάλω μαγνητόφωνο. Δηλαδή ήταν ένα ποτάμι που έτρεχε ασταμάτητα, μ΄έναν τρόπο που δεν μπόρεσα ποτέ να τον εξηγήσω.

Σκεφτήκατε ποτέ ότι αυτές οι μελωδίες θα συγκριθούν ίσως και με τα υπόλοιπα έργα του Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη, που είναι καθαρώς εκκλησιαστικά;

Δε με φόβιζε αυτό το πράγμα, γιατί εγώ ήθελα να κάνω κάτι απ΄τη δικιά μου την ψυχή. Μπορούν να λειτουργούν και τα μεν και τα δε. Και, μες στην πορεία του χρόνου, νιώθω πως, δε θα πω δικαιώθηκα που έκανα αυτή τη δουλειά, τουλάχιστον νιώθω όμορφα. Νιώθω όμορφα και εισπράττω ότι κι αυτοί που ακούν το έργο νιώθουν το ίδιο.

Το έργο αυτό το παρουσιάσατε πρώτη φορά με τον Μανώλη Μητσιά.

Ναι, ήταν στη Μητρόπολη των Αθηνών, το ΄98; δεν θυμάμαι ακριβώς.

Φαντάζομαι ότι με το Μανώλη Μητσιά έχετε μια, ας την πούμε, πνευματική συγγένεια.

Ο Μανώλης ήταν και ο πρώτος ερμηνευτής των τραγουδιών μου και από μαθητής εγώ θαύμαζα τη φωνή του Μανώλη. Ήμουν φαν, που λένε, της φωνής του και νομίζω ότι και οι ερμηνείες του στο «Θεογεννήτωρ Μαρία» είναι ανεπανάληπτες πραγματικά. Είναι και κάτι που τον ίδιο τον εκφράζει απόλυτα. Μάλιστα, μετά κάναμε και άλλη επίσκεψη, κι ήταν κι ο Μανώλης μαζί μου, στη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννας.

Το ελληνικό τραγούδι τι μέλλον έχει σήμερα;

Νομίζω ότι το ελληνικό τραγούδι, αυτό που γράφτηκε κι αυτό που γράφεται, το καλό ελληνικό τραγούδι πάντα θα ζει και πάντα θα υπάρχει και πάντα θα είναι μια κολώνα στην οποία θα στηρίζεται απάνω ο πολιτισμός μας. Από κει και πέρα, τα διάφορα σόου, οι διάφορες φιέστες και η υπερπροβολή κάποιων πραγμάτων, τα οποία πολλές φορές ακουμπούν και τα επίπεδα του αστείου, πάντα υπήρχαν. Με την έννοια ότι υπερπροβάλλονται αυτά τα μέτρια, τα κακά πράγματα, νομίζω ότι, θα πω την έννοια, ότι βασιλεύουν σήμερα. Μια φυσικά ανύπαρκτη βασιλεία, η οποία είναι της στιγμής, είναι αναλώσιμη, δεν αφήνει τίποτα πίσω της, ούτε ερμηνευτές αφήνει πίσω, ούτε τραγούδια αφήνει πίσω. Εγώ είμαι αισιόδοξος και δεν το βάζω κάτω, γιατί έχω πάντα την αίσθηση ότι δεν πρέπει ν΄ακολουθείς τη μόδα, ούτε να σε πανικοβάλλει η μόδα. Αν θέλει η μόδα ας έρθει πίσω απ΄τα τραγούδια μας.

50 ή 100 χρόνια μετά, πως θα βλέπατε το μέλλον του τραγουδιού;

Θέλω να΄μαι αισιόδοξος και να ελπίζω ότι θα γραφτούν κι άλλα όμορφα τραγούδια στην πορεία, όπως γράφονται και σήμερα, όπως γράφονταν και χτες.

ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΚΑΣ
Μια συζήτηση του Μουσικοσυνθέτη με τον Κωνσταντίνο Μπλάθρα
Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨
Τεύχος 1ο σελ. 64 – 67